ΔΗΜΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ: ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΒΙΩΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Posted: Δεκέμβριος 2, 2011 in Μας ήρθε, ιστορία
Ετικέτες:

Εικόνες και μνήμες, έκδοση του «Συνδέσμου Παλαιών Ζωγραφιωτών», 2002, σελίδες 277. Συντακτική Επιτροπή: Καίτη Λαΐου-Καρκάνη, Ειρήνη Πλυτά. Επιμέλεια φωτογραφικού υλικού: Τάκης Καρβέλης.

 του Θανάση Κορακάκη

 Εισαγωγικά

Ζωγράφου 1959

Αφορμή αυτού του άρθρου αποτέλεσε ένα απόσπασμα (σελίδα 232) του παραπάνω βιβλίου, που ουσιαστικά είναι λεύκωμα: Κάτω από τη φωτογραφία του μάλλον φιλοβασιλικού και ακατονόμαστου Χουντικού δήμαρχου (ο έτερος δήμαρχος της εποχής, ο κ. Καζάκος ήταν μάλλον Χουντικός-Χουντικός) υπάρχει ένα απόσπασμα του Σόλωνα:

«Άριστα οι πόλεις οικούνται, εάν οι μεν πολίτες τοις άρχουσι πείθονται, οι δε άρχοντες τοις νόμοις».

Πρόκειται για μια παραπλάνηση, που αποσκοπεί να εντάξει από το παράθυρο της ιστορίας, τους χουντικούς στο χώρο της ευταξίας και ευνομίας, δίπλα στους εκλεγμένους. Να σημειώσουμε ότι τη συγγραφική αφήγηση και τις εικόνες του βιβλίου συμπληρώνουν στοίχοι σημαντικών παλαιότερων και νεώτερων ποιητών. Οι εκδότες μας πληροφορούν ότι στο κόστος έκδοσης συμμετείχε ο Δήμος Ζωγράφου, πράγμα που συνάδει σε μεγάλο βαθμό με το περιεχόμενο του.

Το παρόν άρθρο μπορεί να συσχετισθεί με το σήμερα, όπου η με όποιο όνομα συγκυβέρνηση, συμβάλλει στην απενοχοποίηση των Χουντικών, που πάλι, ευτυχώς τώρα όχι αυτόκλητα, αλλά με κοινοβουλευτικό μανδύα συνενοχής, καλούνται να σώσουν την πατρίδα!

 Εικόνα και λόγος

Όσον αφορά το φωτογραφικό υλικό του λευκώματος: Το ρητό που πρωτοδιατύπωσαν οι Κινέζοι σοφοί ότι «μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις», μπορεί να ισχύει υπό την προϋπόθεση, ότι αυτός που βλέπει την εικόνα, θέλει να την ερμηνεύσει και να της δώσει φωνή πρέπει να γνωρίζει τον ιστορικό χώρο και χρόνο που τη γέννησε. Τότε η εικόνα συμπληρώνει και τεκμηριώνει την αφήγηση. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποιες φωτογραφίες δεν συμπεριέλαβε το λεύκωμα. Υποχρεωτικά λοιπόν θα περιοριστούμε σ’ αυτές, ως επιβεβαιωτικό στοιχείο της αφήγησης, η οποία μας ενδιαφέρει περισσότερο. Αν και ο λόγος στην περίπτωσή του βιβλίου αυτού λειτουργεί συμπληρωματικά, θα μπορούσε να ισχύσει και το αντίστροφο.

Όπως και να έχει οι επιμελήτριες του τόμου φρόντισαν να συμπεριλάβουν τις χαρακτηριστικές φωτογραφίες, που στιγματίζουν το κάθε θέμα που πραγματεύονται. Π. χ. η εποχή που πραγματεύεται το βιβλίο τελειώνει το 1965, όταν στην πόλη μπαίνει η άγρια πατούσα της αντιπαροχής, ίσως ένας αναπόδραστος επισκέπτης, που την σημάδεψε αρνητικά. Έτσι το σχετικό κεφάλαιο σωστά κλείνει με μια απεχθή εικόνα της βάρβαρης αυτής εισβολής: τις στοιβαγμένες πολυκατοικίες.

Ένας άλλος επισκέπτης που σημάδεψε θετικά την πορεία της πόλης, ήταν η έλευση της Πανεπιστημιούπολης, αφού η Πολυτεχνειούπολη ήρθε μετά. Αφού λοιπόν απουσιάζει ως γεγονός απουσιάζει και ως εικόνα. Μήπως για τις συντάκτριες ήταν ένα αδιάφορο ίσως και ενοχλητικό γεγονός, γιατί θα έφερνε συγκάτοικους στην πόλη τους φοιτητές, τους απογόνους του 114 και του 15%, τους αιωνίως φωνασκούντες και διαμαρτυρόμενους;

 Η ιστορική αφήγηση

Στην εισαγωγή οι συντάκτριες μας πληροφορούν ότι το λεύκωμα σταματάει στα μέσα της 10ετίας του ’60. Ορθά διατείνονται δε, ότι «ο μεγάλος συντελεστής [δόμησης] μετέτρεψε τη συνοικία στην πιο πυκνοκατοικημένη πόλη της Ελλάδος. Το πράσινο εξαφανίστηκε, οι δρόμοι σκοτείνιασαν απ’ τα ψηλά κτίρια, ο αέρας λιγόστεψε και οι ψυχές των ανθρώπων εγκλωβίστηκαν στη μοναξιά και την αλλοτρίωση». Είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται παγκόσμια. Η εκμηχάνιση της γεωργίας και η σύνδεσή της με τη βιομηχανία εκτοπίζει τη γεωργική απασχόληση με αποτέλεσμα τη ροή του πληθυσμού από την περιφέρεια στα αστικά κέντρα.

Σε ένα λεύκωμα που κυριαρχούν οι φωτογραφίες δεν είναι δυνατό να αποτυπώνονται με ανάλυση τα ιστορικά γεγονότα. Τα κείμενα είναι βοηθήματα για την κατανόηση των φωτογραφιών μέσα στον ιστορικό περίγυρο.

Στο πρώτο μέρος που επιγράφεται «Προπολεμικά χρόνια», δίνεται ένα περίγραμμα της φυσιογνωμίας της νεοσύστατης πόλης, με μια στοιχειώδη λαογραφική αφήγηση: οι τολμηροί φτωχοί κάτοικοι, απλοί άνθρωποι, μικροεπαγγελματίες, υπάλληλοι, που η ανάγκη τους έσπρωξε να έρθουν στην άκρη του κόσμου, όμως σε μια περιοχή με θαυμάσιο κλίμα και δίπλα στο δάσος, σε αντίθεση με μια άλλη κατηγορία πληθυσμού που ελκύστηκε από την ομορφιά της φύσης και έστησαν τις βίλες και τα μεγάλα σπίτια. Είναι οι άνθρωποι του χρήματος, που μόνο μεταξύ αυτών θα μπορούσαν να βρίσκονται τότε οι άνθρωποι του πνεύματος, του πολιτισμού και της τέχνης.

Επίσης περιγράφεται η δημιουργία του πρώτου σχολείου, που θεμελίωσε το 1930 ο Βενιζέλος, φίλος φυσικά της οικογένειας Ζωγράφου, της δημιουργίας του πρώτου συλλόγου των κατοίκων, καθώς και η τότε τοποθεσία διαφόρων καταστημάτων και χώρων των που περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο οι άνθρωποι.

Ζωγράφου 1989

Εκείνο που δεν περιγράφεται είναι το ιδιοκτησιακό καθεστώς και η εξέλιξή του. Ούτε λέξη για το γεγονός ότι η περιοχή ήταν ιδιοκτησία ολίγων μεγαλογαιοκτημόνων, των εμπόρων της γης, που την κατατεμάχισαν κερδοσκοπώντας κατά βούληση.

Η κατατεμάχιση είναι θέμα που άπτεται της δημιουργίας του σχεδίου πόλης, της χάραξης των δρόμων, του πλάτους αυτών, των κοινόχρηστων χώρων. Αυτά αναδείχτηκαν και προστέθηκαν σωρευτικά με την πνιγηρή κατάσταση που επέφερε η αντιπαροχή με τα τεράστια ύψη. Οι συντάκτριες διατείνονται ότι οι πολυκατοικίες κάλυψαν το πράσινο. Το πράσινο όμως υπήρχε χάρη στα άκτιστα τότε οικόπεδα. Το πράσινο λοιπόν εξαφανίστηκε μαζί με τα οικόπεδα που μετατράπηκαν σε κτίρια.

Η περίοδος 1941-1944 περιγράφεται σε δυο κεφάλαια:

α) Πόλεμος 1941-1944, όπου σκιαγραφείται η παλλαϊκή κινητοποίηση, το έπος της Αλβανίας και η κατάρρευση, σε ένα ίσως τηλεοπτικό σκηνικό, όπως αυτό που είδαμε στον πόλεμο του Ιράκ του 2003: «Οι αερομαχίες είχαν κάτι το φαντασμαγορικό. Ο ουρανός αυλακωνότανε από προβολείς και φωτοβολίδες και μπορούσε όποιος βρισκόταν έξω να παρακολουθεί την πορεία των αεροπλάνων, τις επιθέσεις, τις βόμβες που έπεφταν, την κατάρριψη κάποιου αεροσκάφους με την ευχή να επρόκειτο για εχθρικό… οι συναγερμοί ήταν συχνοί… ακόμα και στο ρέμα της Μπισκίνη υπήρχαν σημεία όπου ο κόσμος έτρεχε να προστατευτεί». Και

β) Κατοχή-Αντίσταση 1941-44: Περιγράφονται οι κατοχικές δυνάμεις στην περιοχή. Αρχικά Γερμανοί και Αυστριακοί, αργότερα Ιταλοί που ήταν και περισσότεροι.

Αναφέρονται τα σπίτια που επιτάχτηκαν, ο αγώνας για την επιβίωση, οι κινητοποιήσεις στις οποίες πρωτοστατούσαν οι φοιτητές, η καθιέρωση των συσσιτίων και πού αυτά στεγάζονταν στην περιοχή του Ζωγράφου, «τα στρατιωτικά νοσοκομεία με τους τραυματίες όπου η κατάσταση ήταν αρκετά χαλαρή… γίνονται οι πρώτοι πυρήνες της Εθνικής Αντίστασης».

Προσέξτε πως συνεχίζει η αφήγηση: « Ακολουθεί η δημιουργία των μαζικών οργανώσεων όπως το ΕΑΜ, ΕΔΕΣ ΕΚΚΑ…» Δηλαδή οι αντιστασιακές οργανώσεις έπονται της οργάνωσης των κινητοποιήσεων, σε μια εποχή που όλα γίνονταν συνωμοτικά. Άρα υποβαθμίζεται η παρουσία τους.

Αναφέρεται ο πρώτος νεκρός διαδηλωτής Ανδρέας Μουρκούσης, οι εκτελεσθέντες στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, οι νεκροί στο μπλόκο της 10/1/1944, οι οποίοι δεν κατονομάζονται ως αντιστασιακοί. Εδώ οι νεκροί της εικόνας αποκαλύπτουν τη σκοπιμότητα της αποσιώπησης. Ο πατέρας όμως του Α. Μουρκούση ήταν αντιστασιακός και κομμουνιστής[1], όπως και άλλοι εικονιζόμενοι στο λεύκωμα.

Αναφέρεται το κρέμασμα των 5 Ελλήνων στην οδό Ξενίας και Παπαδιαμαντοπούλου. Ο Ζώρζος του οποίου η έκδοση του βιβλίου του[2] έχει προηγηθεί αναφέρει (σελ. 138-139), ότι η εκτέλεση ήταν αποτέλεσμα αντιποίνων για εκτέλεση λοχαγού των ταγμάτων ασφαλείας, τον οποίο και κατονομάζει.     Για την αποκατάσταση της αλήθειας: στην περιοχή δεν υπήρχε πέραν του ΕΑΜ/ΕΛΛΑΣ άλλη αντιστασιακή οργάνωση στην περιοχή. Της οποίας ο Ζώρζος αναφέρει και τη διεύθυνση των γραφείων.

Η εποχή του εμφυλίου απεικονίζεται ως αφήγηση και παραστατικά και εύστοχα με ένα απόσπασμα ποιήματος του Ν, Εγκονόπουλου: τούτη η εποχή /του εμφυλίου σπαραγμού /δεν είναι εποχή για ποίηση /και άλλα παρόμοια. /Γιαυτό τα ποιήματά μου /είναι τόσο πικραμένα /και τόσο λίγα.

Παρενθετικά να πούμε ότι ο ίδιος ποιητής αργότερα, όταν έχει φύγει η κατήφεια γράφει: Φάγαμε το μπαρούτι με τη χούφτα /στ΄ άγρια βουνά και τα λαγκάδια /της Βόρειας Ηπείρου /και φάγαμε ξερό ψωμάκι /αυτό π’ αρμόζει στον καλλιτέχνη /στον ποιητή /μόνη παρηγοριά τα λουλούδια: /είτανε τα γαρύφαλλα /μα κάτι γαρύφαλλα! (Το μέτρο ο άνθρωπος-1978).

Για την εποχή αυτή δεν γνωρίζουμε τίποτα από Ζωγράφου. Πουθενά δεν αναφέρεται κομμουνιστής ή ΕΑΜίτης ή συνεργάτης των κατακτητών ή ταγματασφαλίτης.

Το επόμενο κεφάλαιο «Μεταπολεμική περίοδος (1945-1965)», αφορά μια εικοσαετία που αφηγηματικά περιέχεται σε τρεις σελίδες χωρίς καμιά χρονολογία. Μερικά αποσπάσματα:

Παρ’ όλο τον αγώνα ενάντια στη φτώχεια και τις πληγές του πολέμου, ξαναζούσε η ανάγκη της διασκέδασης με την παλιά μορφή της… η πιο συνηθισμένη όμως ανέξοδη και προσφιλής στη νεολαία διασκέδαση, ήταν η βόλτα στη σημερινή λεωφόρο Παπάγου… το 1951 η πόλη απαριθμούσε 16.000 κατοίκους. Από το 1947 έγινε Δήμος και το 1949 ενώθηκε με τα Κουπόνια… έγιναν καινούργια σχολεία με πρώτο το Γυμνάσιο… το ρέμα Μπισκίνη και Παπανδρέου έγιναν οι ομώνυμοι δρόμοι… Σπίτια μονώροφα και διώροφα… Όλα τ’ άρπαξε ο καιρός του εύκολου πλουτισμού, της αντιπαροχής, ξεπουλώντας την όαση της ψυχής και των ματιών μας. Η νεολαία, μαθητές και φοιτητές έχουν αρχίσει να μετέχουν στα φοιτητικά δρώμενα…μια υγιής αντίδραση και ένας άνεμος αθώας επανάστασης δονούσε τις καρδιές των νέων της εποχής καθώς και της κοινωνίας των μεγάλων. Το 1965 ο πληθυσμός έφτανε τους 40.000 κατοίκους.

Μεταξύ 1950-1965 μιάμιση δεκαετία δεν προκύπτει ότι έγιναν κοινωνικές ή πολιτικές αλλαγές στο Δήμο. Κύλισε ευθύγραμμα και ουδέτερα; Το ίδιο και οι αλλαγές στη διοίκηση του Δήμου; Το γεγονός ότι ο κόσμος εξοβέλισε την οικογένεια Ζωγράφου και τον περίγυρό της από τη διοίκηση του Δήμου, δεν σημαίνει τίποτα;

Ο πολιτισμός στην πόλη ως αφήγηση στριμώχνεται σε μια σελίδα. Παρελαύνουν ονόματα εικαστικών, λογοτεχνών, διανοουμένων κ.λπ. που έζησαν στην περιοχή. Άρα δεν βγήκαν από το φυτώριο πολιτισμού της γειτονιάς γιατί (όπως και στις άλλες γειτονιές) δεν υπήρχε. Μεταξύ αυτών που αναφέρονται είναι ο Ν. Μαστοράκης, ο Κόκοτας, κ.λπ. Απουσιάζει ο Στρατής Τσίρκας, το όνομα του οποίου φέρει ένας δρόμος του Δήμου και η Διδώ Σωτηρίου! Για τον Μιχάλη Ράπτη δεν έχουμε απαίτηση να γνώριζαν οι συντάκτριες.

Στο κεφάλαιο «Δημοτικοί άρχοντες» παρελαύνουν οι διατελέσαντες δήμαρχοι μέχρι το 2001, μεταξύ αυτών και οι διορισθέντες από τη Χούντα. Φαίνεται ότι έχουν μεγαλύτερη αξία οι μεγάλες φωτογραφίες αυτών των «αρχόντων», παρά τα ποσοστά, το εκλογικό σύστημα με το οποίο εκλέχτηκαν, γιατί ήταν πάντα πλειοψηφικό αλλά με παραλλαγές, η πολιτική τοποθέτησή τους και οι πολιτικές δυνάμεις που τους υποστήριξαν.

 

Θανάσης Κορακάκης


[1] Βλέπε Δημήτρης Μπέης, Ιστορία μιας ζωής… Για μια ανθρώπινη πόλη, εκδ. «Α. Α. Λιβάνη», 2010, σελ. 17.

[2] Ιωάννης Ζώρζος, 1809-2000 Ανατολικά της Αθήνας τα «Κουπόνια», Αθήνα 2001.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s